Αρχική » Εφημερίδα » Πομακοχώρια – Πομάκοι – Γυμνάσιο Σμίνθης

Πομακοχώρια – Πομάκοι – Γυμνάσιο Σμίνθης

Με αφορμή την τετραήμερη εκδρομή του Σωματείου μας στα ορεινά χωριά του Νομού της Ξάνθης τα οποία τα επισκεπτόμαστε ως Σωματείο Συνταξιούχων ΗΣΑΠ από το 2007,  με εξαίρεση τις χρονιές 2020-2022 λόγω της πανδημίας του Covid-19 και έχοντας ως κύριο σκοπό στο πρόγραμμά μας τη βράβευση των μαθητριών-μαθητών, έτσι και σήμερα θα πραγματοποιήσουμε τον κύριο σκοπό της εκδρομής αυτής που είναι η βράβευση των παιδιών αυτών που αρίστευσαν τη σχολική χρονιά που πέρασε.Θεωρούμε δε σκόπιμο να αναφερθούμε με λίγα και απλά λόγια για το Γυμνάσιο της Σμίνθης, για τα Πομακοχώρια και για τους κατοίκους της περιοχής, τους Πομάκους.

Ας κάνουμε την αρχή από το Γυμνάσιο της Σμίνθης. Η Σμίνθη είναι ένα χωριό στα ορεινά του Νομού της Ξάνθης που απέχει 14 χιλιόμετρα από την πόλη της Ξάνθης. Το Γυμνάσιο της Σμίνθης πρωτολειτούργησε το 1983 και οι πρώτοι μαθητές, τρεις στον αριθμό, προέρχονταν από τα χωριά Σμίνθη και Μύκη. Στην αρχή το Γυμνάσιο συστεγαζόταν με το δημοτικό σχολείο της Σμίνθης. Αργότερα μεταφέρθηκε στο ισόγειο μίας διώροφης οικοδομής που προοριζόταν να γίνει καφενείο. Το 1992 γράφτηκαν στο Γυμνάσιο οι δύο πρώτες μαθήτριες, έτσι έγινε η αρχή της ισότητας των δύο φύλων. Το 1997 το Γυμνάσιο απέκτησε το δικό του συγκρότημα κτιρίων όπου σήμερα τα μαθήματα των τριών τάξεων παρακολουθούν πάνω από 70 μαθητές και μαθήτριες που τελειώνοντας το Γυμνάσιο, συνεχίζουν στις σπουδές τους στο Λύκειο της Ξάνθης και άλλων πόλεων και σε μεγάλο ποσοστό μετά συνεχίζουν στα ανώτερα και ανώτατα πνευματικά ιδρύματα της χώρας. Τα παιδιά του Γυμνασίου Σμίνθης προέρχονται από πολλά χωριά της περιοχής και φθάνουν στο σχολείο με λεωφορεία του ΚΤΕΛ καθώς και με ΤΑΞΙ, το δε κόστος της μετακίνησής τους το έχει αναλάβει η πολιτεία. Σήμερα στο Γυμνάσιο Σμίνθης διδάσκουν 20 καθηγητές όλων των ειδικοτήτων.

Πομακοχώρια

Πομακοχώρια ονομάζονται τα ορεινά χωριά που βρίσκονται κατά μήκος της οροσειράς της Ροδόπης. Στην ορεινή περιοχή της Ξάνθης στα βορειοανατολικά του νομού, βρίσκονται πολλοί οικισμοί γνωστοί ως χωριά της ορεινής περιοχής Εχίνου, αυτά είναι τα Πομακοχώρια. Τα χωριά αυτά βρίσκονται σκαρφαλωμένα άλλα στους πρόποδες ορεινών όγκων και άλλα σε ράχες βουνών ή σε μικρούς λόφους.

 Όλα αυτά σήμερα αποτελούν για τους επισκέπτες σημαντικό πόλο έλξης. Πομακοχώρια δεν υπάρχουν μόνο στον Νομό της Ξάνθης, αλλά απαντώνται σε ολόκληρο το μήκος της Θράκης στα σύνορα με την Βουλγαρία. Σύμφωνα δε με τη Συνθήκη της Λωζάνης, το 1923 τα Πομακοχώρια μοιράζονται οριστικά ανάμεσα σε Ελλάδα και Βουλγαρία. Στην Ελλάδα στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου υπάρχουν 160 μικρά και μεγάλα Πομακοχώρια.

Στον Νομό Ξάνθης υπάρχουν 20 Πομακοχώρια τα οποία εύκολα σήμερα μπορεί να τα προσεγγίσεις, ακολουθώντας τον δρόμο που οδηγεί από την Ξάνθη προς την Σταυρούπολη, με μία παράλληλη πορεία με την κοίτη του ποταμού Κόσυνθου, για περίπου 8 χιλιόμετρα και μετά ο δρόμος δεξιά μας οδηγεί στον Εχίνο. Στην πορεία μας για τον Εχίνο συναντάμε πολλά μικρά και μεγαλύτερα χωριά διάσπαρτα ανάμεσα σε δάση, ρεματιές καθώς και μικρές μα εύφορες ορεινές κοιλάδες. Με αφετηρία τον Εχίνο υπάρχει η δυνατότητα να επισκεφτεί κάποιος όλα τα Πομακοχώρια του Νομού Ξάνθης. Η ελεύθερη μετακίνηση έγινε μετά το 1981 καθώς πριν, για να πάει κάποιος επισκέπτης στα Πομακοχώρια, χρειαζόταν ειδική άδεια από την πολιτεία και την οποία ήταν υποχρεωμένος να την επιδείξει στα εντεταλμένα όργανα που είχαν τον έλεγχο των εισερχομένων, λίγο έξω από την πόλη της Ξάνθης.

Πομάκοι

Οι Πομάκοι είναι ένα από τα 22 Φραγκικά φύλα κοινής καταγωγής με τους υπόλοιπους Έλληνες, μιλούσαν τα αρχαία ελληνικά και είχαν αναπτύξει αξιόλογο πολιτισμό. Την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχαν έναν δυναμικό στρατό με επικεφαλής τον Στρατηγό Λάγαρα. Η ονομασία Πομάκος πιθανόν να προέρχεται από τη βουλγαρική λέξη «Πομάκ» που σημαίνει βοηθώ.

 Τα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όλη η ορεινή Θράκη ονομαζόταν Αχριδώ και οι κάτοικοι Αχριάνες και αργότερα Αγριάνες. Τα προβλήματα των Αγριανών αρχίζουν μετά την κάθοδο των Βουλγάρων. Δέχονται συχνές επιθέσεις από τους Βουλγάρους και το 850 μ.Χ. οδηγούνται στον Αγρά ποταμό για να βαπτιστούν από Βούλγαρους στρατιώτες. Το 1325 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος δεν κατάφερε να διώξει τους Βούλγαρους και αναγκάζεται να υπογράψει συνθήκη ειρήνης. Στη συνέχεια οι Τούρκοι καταλαμβάνουν την Θράκη και έτσι χάνεται η πολιτισμική ταυτότητα των Αγριανών.

Το 1878 ήρθαν στη χώρα μας ως μετανάστες από την Ανατολική Ρωμυλία 15.000 περίπου Πομάκοι, οι οποίοι στο σύνολό τους ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, ελάχιστοι ήταν Μουσουλμάνοι. Η τότε κυβέρνηση τους εγκατέστησε στις ορεινές περιοχές της Θράκης, περιορίζοντάς τους να ασχολούνται μόνο με την κτηνοτροφία και τη γεωργία και μη επιτρέποντας να έχουν επαφές με τα αστικά κέντρα, δίνοντας το δικαίωμα να τους εκμεταλλευτούν άλλοι.

Επειδή οι Πομάκοι είναι Μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, αντιμετωπίστηκαν από την ελληνική πολιτεία, ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Έτσι δημιουργήθηκε πρόσφορο έδαφος για κάθε λογής προπαγάνδας και κυρίως εθνικιστικής. Οι Πομάκοι είναι ένας λαός υπερήφανος, εγκάρδιοι και ζεστοί άνθρωποι, ακούραστοι εργάτες της άγονης γης τους που ασχολούνται με την κτηνοτροφία και τη γεωργία καλλιεργώντας τον φημισμένο σε όλο τον κόσμο καπνό ποικιλίας «Μπασμά», την πεντανόστιμη βουνίσια πατάτα, παράγουν δε γευστικότατα καρύδια, λίγα κάστανα, λίγα όσπρια και καυσόξυλα τα οποία πουλάνε στην Ξάνθη. Πολύ εύκολα μπορεί κανείς να τους πλησιάσει και να έχει μαζί τους μία απλή, φιλική και ανθρώπινη επικοινωνία.

Δυστυχώς όμως μέχρι σήμερα στα χωριά αυτά δεν έχει αναπτυχθεί ο τουρισμός, ο οποίος θα μπορούσε να αλλάξει το βιοτικό τους επίπεδο. Οι Πομάκοι ενώ είναι Μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα ακόμη και σήμερα διατηρούν αρκετά χριστιανικά έθιμα στις λατρευτικές τους συνήθειες. Έτσι ακόμη και σήμερα σταυρώνουν το ψωμί τους πριν το κόψουν, γιορτάζουν τις εορτές Αγίων Γεωργίου, Δημητρίου και Βασιλείου, αναφέρονται δε με μεγάλη ευλάβεια για την Παναγία Θεοτόκο «Τεοτόκος» όπως την ονομάζουν. Μιλούν τρεις γλώσσες ελληνικά –  βουλγάρικα και τούρκικα. Στην καθημερινότητά τους μιλούν την τουρκική γλώσσα, διατηρούν τα δικά τους ήθη και έθιμα και είναι απόλυτοι στο Κοράνι. Η ελληνική πολιτεία θα πρέπει να δείξει το ενδιαφέρον της για να μην αισθάνονται αδικημένοι και ξένοι στον τόπο που γεννηθήκαν.